Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Τι είν’ οι ήρωές μας; Μην είν’ ο Μπελογιάννης;

Νίκος Μπελογιάννης – Ο άγιος
Νίκος ΜπελογιάννηςΌποιος έχει παρακολουθήσει τις ταινίες «Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ» και «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», θα καταλήξει μοιραία στο συμπέρασμα ότι έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Το πρώτο είναι η ωραία και επιβλητική μουσική που ακούγεται και στις δυο ταινίες, με τον Μίκη Θεοδωράκη να έχει γράψει αυτή του «άνθρωπου με το γαρύφαλλο». Το δεύτερο είναι ότι προβάλλονται δύο αγιογραφίες· του Ιησού και το Μπελογιάννη. Το τρίτο είναι ότι πρόκειται σαφώς για ταινίες προπαγάνδας· θρησκευτικής η μία, πολιτικής ή άλλη. Και ως γνωστόν η προπαγάνδα δεν έχει και πολύ καλή σχέση με την αλήθεια, ή τουλάχιστον με την…αληθινή αλήθεια. Υπάρχει ωστόσο μια διαφορά ανάμεσά τους: Ο «Ιησούς απ’ την Ναζαρέτ» είναι μια εξαιρετικά καλογυρισμένη ταινία, ενώ ο «άνθρωπος με το γαρύφαλλο» μια χοντροκομμένη προχειροδουλειά, με σαφώς μόνο ένα μάτι ανοιχτό: Τ’ αριστερό.

Ο Νίκος Μπελογιάννης, προστέθηκε κι αυτός στο Πάνθεον των «ηρώων» της Αριστεράς, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο το 1952 από το Α’ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών και εκτελέστηκε, με την κατηγορία της κατασκοπείας και της εσχάτης προδοσίας, ηγούμενος ενός δικτύου 100 περίπου ατόμων (μεταξύ των οποίων, η ηθοποιός Μαρία Φωκά, ο Τάκης Λαζαρίδης και η Έλλη Παππά -αδελφή της Διδούς Σωτηρίου), σε βάρος της Ελλάδος και υπέρ της Κομινφόρμ (δηλαδή της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της). Ο Μπελογιάννης, κατ’ εντολήν του Ζαχαριάδη, μπήκε στην Ελλάδα με πλαστά στοιχεία και εφοδιασμένος με μεγάλα χρηματικά ποσά, επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ. Στο ίδιο πλαίσιο ανήκαν και μαζικές «δηλώσεις μετανοίας» που υπέγραφαν μέλη του ΚΚΕ για να μπορούν να δρουν σχετικά ανενόχλητα. Η αστυνομία θα ανακαλύψει τους κρυμμένους ασύρματους του ΚΚΕ σ’ ένα πτηνοτροφείο, με τους οποίους μεταδίδονταν πληροφορίες, κυρίως στρατιωτικής φύσεως. Τα στοιχεία θα είναι ατράνταχτα, καθώς ανακαλύφθηκαν και αρκετά ραδιογραφήματα (451 τον αριθμό), στα οποία αναφέρονταν θέσεις στρατιωτικών αποθηκών πυρομαχικών, κινήσεις στρατιωτικών μονάδων, θέσεις οχυρωματικών έργων κ.ά. Αργότερα θα ανακαλυφθούν κι άλλοι ασύρματοι. Τα μηνύματα μεταδίδονταν (μέσω Ρουμανίας) κρυπτογραφημένα και η αποκρυπτογράφηση κατέστη δυνατή, αφού βρέθηκαν και οι κώδικες αποκρυπτογράφησης, πριν προλάβει να τους καταστρέψει ο Ελληνορώσος ασυρματιστής, Βαβούδης, που τους κατείχε (ο ίδιος αυτοκτόνησε για να μην συλληφθεί, ενώ εκ των υστέρων ανεκαλύφθη ότι ήταν ταγματάρχης της KGB). Ο Μπελογιάννης δεν αρνήθηκε (δεν μπορούσε άλλωστε, βάσει των στοιχείων που είχαν αποκαλυφθεί) την ύπαρξη των ασύρματων (που η λειτουργία τους υπολογίζονταν από το 1947). Προσπάθησε όμως να αποποιηθεί την ευθύνη της μετάδοσης μηνυμάτων με πληροφορίες στρατιωτικού περιεχομένου, υποστηρίζοντας πως έστελνε πληροφορίες μόνο πολιτικής φύσεως. Τον διέψευσαν όμως την ίδια στιγμή οι κατήγοροι, καθώς εμφάνισαν εισερχόμενο ραδιοτηλεγράφημα, με το οποίο οι αποστολείς εξέφραζαν την ανησυχία τους στον Μπελογιάννη για την…καθυστέρηση στην μετάδοση στρατιωτικών πληροφοριών από μέρους του.

Κατά την διάρκεια της τελικής 40λεπτης απολογίας του ο Μπελογιάννης, σε αντίθεση με προηγούμενες καταθέσεις, προσπάθησε να αποποιηθεί οποιαδήποτε σχέση με τους ασύρματους και τους «κομβικούς» συγκατηγορούμενούς του, ενώ προσπάθησε να υποβαθμίσει και την αξία των ραδιομηνυμάτων. Τον εξέθεσαν όμως με τις ομολογίες τους κάποιοι απ΄τους συγκατηγορούμενούς του, όπως ο Καλοφωλιάς, που ομολόγησε ότι είχε πάρε-δώσε με τον Μπελογιάννη, πότε για μηνύματα και πότε για χρήματα. Γενικώς στο σημείο αυτό, η στάση του Μπελογιάννη ήταν «δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα, δεν απαντώ». Αναλώθηκε κυρίως σε αναφορές στο αντιστασιακό του παρελθόν, στην αγάπη του για την…πατρίδα και στον…πατριωτισμό του ΚΚΕ. Εντύπωση προκάλεσε δε, όταν σε κάποια στιγμή, θέλοντας να αντικρούσει την κατηγορία, ότι τα Ελληνόπουλα που βρέθηκαν (ή που υποχρεώθηκαν να βρεθούν) στο Παραπέτασμα, εκπαιδεύονται ως στρατιώτες, ανάγνωσε απόσπασμα από την εφημερίδα «Εθνικός κήρυξ», σύμφωνα με το οποίο τα Ελληνόπουλα απασχολούνται στο Παραπέτασμα ως…ανθρακωρύχοι. Και μ’ αυτό το «συντριπτικό» επιχείρημα ο Μπελογιάννης (ή Υποζαχαριάδης όπως ήταν το παρατσούκλι του), προφανώς, ήθελε να αποδείξει, αφ’ ενός ότι το ΚΚΕ δεν προετοίμαζε και πάλι στρατό για να επιτεθεί στην Ελλάδα, κι αφ’ ετέρου ότι τα παιδιά δεν…περνάνε και τόσο άσχημα. Σε σχέση με την χρηματοδότηση του κόμματος, υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από…εράνους που πραγματοποιούσαν οι 30.000 κομμουνιστές «πρόσφυγες» του εξωτερικού.

Το δικαστήριο κατηγορήθηκε για προκατάληψη εναντίον των κατηγορουμένων και για μια δίκη παρωδία με μια προειλημμένη απόφαση. Ο Μπελογιάννης υποστήριξε πως «είμαι μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το Κόμμα παλεύει και χαράζει το δρόμο της ειρήνης, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας». Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε ένα αντικομμουνιστικό κλίμα κι αυτό δεν ήταν και τόσο παράξενο. Ήταν πρόσφατες άλλωστε οι οδυνηρές μνήμες του εμφυλίου και το χώμα ήταν ακόμα φρεσκοποτισμένο από ελληνικό αίμα, και η ευθύνη του ΚΚΕ σ’ αυτό το αιματοκύλισμα ήταν πρωτεύουσα. Η υπόθεση δεν ήταν και τόσο άσχετη λοιπόν και λειτουργούσε ενισχυτικά στην διατήρηση των παθών. Υπήρχαν όμως αδιάσειστα στοιχεία, οπότε δεν μπορούσε να τα αγνοεί αυτά ο Μπελογιάννης. Όσο για την απόφαση, βάσει του κατηγορητηρίου, αυτή ήταν μονόδρομος, παρ’ ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα διαφωνούσε και προσπάθησε να ματαιώσει τις εκτελέσεις. Σε σχέση όμως με τον Μπελογιάννη, εδώ ταιριάζει η φράση «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί». Κι αυτό γιατί, ο Μπελογιάννης ως «διαφωτιστής» και «κομισάριος», είχε λάβει μέρος στα περίφημα λαϊκά δικαστήρια του ΔΣΕ, όπου είναι γνωστόν πόσο «λαϊκά» ήταν και με ποιες διαδικασίες έβγαινε η «ετυμηγορία», που κατά κανόνα ήταν θάνατος. Ίσως οι θαυμαστές του Μπελογιάννη χάσουν λίγη απ΄την εκτίμηση που τρέφουν στο πρόσωπό του, αν πληροφορηθούν ότι παραδίδοντας ο ίδιος μαθήματα «δικαιοσύνης» φρόντισε το 1948 να εκτελεστεί με συνοπτικές και πολύ «δημοκρατικές» διαδικασίες ο συνταγματάρχης του ΔΣΕ, Γιώργος Γιαννούλης. Ποιο ήταν το «αδίκημα» του Γιαννούλη; Αντιδρούσε στην «ανεξάρτητη Μακεδονία» και ήταν υπέρ μια συμβιβαστικής λύσης και του τερματισμού του εμφυλίου πολέμου. Ο Ζαχαριάδης που το πληροφορήθηκε αυτό, έστειλε μια επιστολή στον Μπελογιάννη, που τότε ήταν πολιτικός επίτροπος στην ταξιαρχία του Γιαννούλη, με την οποία του έδινε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Παρατίθεται χαρακτηριστικό απόσπασμα της επιστολής («Φωτιά και τσεκούρι», Ευάγγελος Αβέρωφ):

Τέτοιοι μαχητές, δείχνουν ότι σπάσανε, βοηθάνε το μοναρχοφασισμό, είναι προδότες του αγώνα του λαού, άχρηστοι και επικίνδυνοι.

Διάλεξε τους πιο καλούς και χτύπα τη σαπίλα κατακέφαλα, να ξεριζώσεις τους τραμπουκισμούς και τις αυθαιρεσίες, να πάψουν οι λιποταξίες, και όποιος κάνει την προδοσία αυτή να πιάνεται και να καταδικάζεται δια βοής και να εκτελείται μπροστά στο λόχο…

Κι ο «δημοκράτης» και «φιλειρηνιστής» Μπελογιάννης έκανε ότι ακριβώς τον διέταξε το «μεγάλο αφεντικό»: Διέταξε την εκτέλεση του «προδότη» Γιαννούλη, στήνοντας ένα «δίκαιο» λαϊκό δικαστήριο, με την κατηγορία ότι…έχανε συνειδητά μάχες. Ξερίζωσε τον «τραμπουκισμό» με τραμπουκισμό.

Ο Νίκος Μπελογιάννης, όμως δεν έχει μόνο αυτή την «επιτυχία» στο ενεργητικό του. Ήταν αυτός που εφάρμοσε την «αρχή της οικογενειακής ευθύνης» για τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη, ως ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ, Γεώργιου Σιάντου, ήταν παρών και συμμετείχε ενεργά στις αποφάσεις για τις σφαγές του Μελιγαλά και των Γαργαλιάνων και ειδικά για το λιντσάρισμα των 19 προυχόντων της Τριφυλλίας στη Βέργα του Κορυφασίου. Σε μια κορύφωση κομμουνιστικής ονείρωξης, γυναικόπαιδα και γέροι φάνταζαν στα μάτια των μεγάλων αυτών «αγωνιστών», ως ταγματασφαλίτες. Κι ασχέτως αν συμφωνεί κανείς ή όχι με την εξόντωση των Ταγμάτων Ασφαλείας, πόσο άρρωστο μυαλό μπορεί να έχει κάποιος που σφάζει γυναικόπαιδα ως «προδότες»; Αρκεί όμως ένα γαρύφαλλο για να μεταμορφωθεί αυτός ο χασάπης σε «αγνό αγωνιστή». Να γνώριζε άραγε ο Πικάσο όταν εμπνέονταν από τον Μπελογιάννη, το «λαμπρό» παρελθόν του; Αν κι απ’ ότι φαίνεται ο καλλιτέχνης είχε πάρει εργολαβία όλους τους αριστερούς «αγωνιστές» ανά τον κόσμο και τους αφιέρωνε κι από ένα έργο. Την «τιμή» αυτή άλλωστε την γνώρισε λίγα χρόνια αργότερα κι ο Γλέζος, όταν δικάζονταν κι αυτός για συνέργεια σε κατασκοπεία σε βάρος της Ελλάδος.

Επιστρέφοντας στην δίκη, αξίζει να σταθούμε ίσως λίγο και σε κάποιο διάλογο του Μπελογιάννη με έναν από τους βασικούς κατηγόρους του, τον αστυνομικό Αγγελόπουλο, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, όπου φέρεται να ειπώθηκαν τα εξής:
Μπελογιάννης: Ισχυρίζεστε ότι ήρθα εδώ για να εφαρμόσω τις αποφάσεις των ολομελειών της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ;
Αγγελόπουλος: Μάλιστα.
Μπελογιάννης: Οι αποφάσεις αυτές λένε, ότι βάση της δράσης του ΚΚΕ είναι ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη. Έτσι δεν είναι;
Αγγελόπουλος: Έτσι.
Μπελογιάννης: Επομένως, ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες και την ειρήνη είναι συνομωσία κατά της Ελλάδας;
Αγγελόπουλος: Όχι.
Μπελογιάννης: Ευχαριστώ. αυτό μονάχα ήθελα να διευκρινίσω.

Αυτή την ολιγωρία του συνομιλητή του Μπελογιάννη αναπαράγουν μέχρι και σήμερα όσοι θέλουν να αναδείξουν το πολωτικό στερεότυπο: Αδικημένος, έξυπνος, ετοιμόλογος, αγνός, δημοκράτης και ευφυής αριστερός· αυταρχικός, επίπεδος και ηλίθιος καθεστωτικός-δεξιός. Μόνο που ο Μπελογιάννης, «ξέχασε» (και μαζί του αυτοί που τον υμνολογούν) να αναφέρει και μερικές ακόμη αποφάσεις των ολομελειών του ΚΚΕ, με κυριότερη αυτή της 5ης του 1949, όπου έκανε λόγο για ανεξάρτητη Μακεδονία. «Ξέχασε» να αναφέρει επίσης, με ποιον τρόπο επιχείρησε να επιβάλλει τις «δημοκρατικές ελευθερίες» που επικαλέστηκε, όταν το ΚΚΕ, προτίμησε την λύση των όπλων και όχι των εκλογών, λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1946, χύνοντας άφθονο ελληνικό αίμα. «Ξέχασε» τέλος να διευκρινίσει ο «ειρηνιστής» Μπελογιάννης, τι ακριβώς εννοούσε ο πολιτικός του καθοδηγητής, Νίκος Ζαχαριάδης, όταν στην 6η Ολομέλεια του κόμματος, τον Οκτώβριο του 1949, έλεγε: «Το όπλο παρά πόδα». Για τέτοιον πατριωτισμό και τέτοιες δημοκρατικές ευαισθησίες μιλάμε. Στα αρχεία των εφημερίδων της εποχής, περιγράφονται αναλυτικά οι καταθέσεις και μπορεί να αντιληφθεί κανείς εύκολα το ποιόν του ανδρός και το τι ακριβώς πρέσβευε, ειδικά όταν καλούσε τον Σοβιετικό υπουργό Εξωτερικών Αντρέι Βισίνσκι (πιο γνωστόν ως «εισαγγελέα του Στάλιν», που είχε στείλει στον τάφο, με συνοπτικές διαδικασίες, χιλιάδες ανθρώπους, με την υποψία και μόνο ότι ήταν εχθρικοί προς το σταλινικό καθεστώς), να παρέμβει για να σταματήσει η δίκη. Και για να κατανοήσει καλύτερα κάποιος, σε τι είδους «δημοκρατία» και «ελευθερία» αναφέρεται ο Μπελογιάννης, δεν έχει παρά να διαβάσει τον ακόλουθο λόγο που εκφώνησε το 1949 για τα 70χρονα του «σύντροφου» Στάλιν («Νίκου Μπελογιάννη άρθρα και λόγοι», 1953). Ο αναγνώστης προτρέπεται να δώσει αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα στον επίλογο του κειμένου:

Σύντροφοι και συντρόφισσες!

Σήμερα σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι, μυριάδες αμέτρητες απλοί άνθρωποι, εύχονται από τα βάθη της καρδιάς τους χρόνια πολλά στο Στάλιν.

Ποτέ κανένας άνθρωπος στον κόσμο ύστερα από τον Λένιν δε συγκέντρωσε τόσα βουνά αγάπης και αφοσίωσης, αλλά και τόσους σωρούς από λυσσασμένο μίσος. Για κάθε τίμιο άνθρωπο, για κάθε αγωνιστή του δίκιου και της λευτεριάς, για την ατελείωτη φάλαγγα των κομμουνιστών, ο Στάλιν είναι ο σοφός δάσκαλος, ο αγαπημένος φίλος, ο δοξασμένος αρχηγός. Είναι η καρδιά της καρδιάς μας. Είναι ο «μπάρμπας» όπως με μια λέξη τον ονομάζει χαϊδευτικά ο λαός μας. Και αντίθετα για όλους τους εκμεταλλευτές, για όλους τους εχθρούς της προόδου, ο Στάλιν είναι ο πιο μισητός αντίπαλος, ο πιο φοβερός εφιάλτης τους και στον ύπνο και τον ξύπνιο τους.

Σήμερα ο Στάλιν ενσαρκώνει τους πόθους και τις επιθυμίες, τις ελπίδες και τα όνειρα εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι η προσωποποίηση μιας ολόκληρης εποχής, της πιο ιστορικής εποχής, που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, της μεγάλης σταλινικής εποχής, της εποχής του Κομμουνισμού. Γι’ αυτό είναι και μεγάλος.

Στην ιστορία πολλούς είπανε και λένε μεγάλους. Όμως πολλοί λίγοι αξίζουν αυτόν τον τίτλο. Μεγάλος δεν μπορούσε να είναι ένας τυχοδιώκτης σαν τον Χίτλερ, που δοκίμασε να γυρίσει την ιστορία προς τα πίσω και ματοκύλισε τον κόσμο. Ούτε μπορεί να ‘ναι ποτέ μεγάλος ένας εγκληματίας σαν τον Τσόρτσιλ, τον εχθρό κάθε προοδευτικού κινήματος, τον εμπρηστή ενός νέου πόλεμου. Ο Στάλιν όμως είναι και παραείναι μεγάλος, όπως είναι κι ο Λένιν και ο Μαρξ. Ένας Ρώσος μαρξιστής, πολύ σωστά είπε ότι μεγάλος άνδρας είναι εκείνος που «βλέπει μακρύτερα από τους άλλους και θέλει δυνατότερα από τους άλλους». Το «να βλέπεις μακρύτερα από τους άλλους», σημαίνει να βλέπεις ότι η ιστορία κινιέται προς τα μπρος, προς την πρόοδο και ταυτόχρονα να συλλαμβάνεις κάθε φορά τους νόμους αυτής της κίνησης. Και το «να θέλεις δυνατότερα από τους άλλους», σημαίνει να ‘χεις όλη την αλύγιστη θέληση και δύναμη που χρειάζεται, για να μπεις επικεφαλής αυτής της ιστορικής κίνησης, να συντρίψεις κάθε παλιό και σάπιο και να οδηγήσεις την ανθρωπότητα σ’ έναν καινούργιο πιο πολιτισμένο, πιο ευτυχισμένο και πιο χαρούμενο δρόμο.

Σήμερα κανένας δε βλέπει μακρύτερα από τον Στάλιν και κανένας δεν έχει δυνατότερη θέληση από τον Στάλιν. Και βλέπει μακρύτερα από κάθε άλλον ο Στάλιν, γιατί στάθηκε ο καλύτερος, ο πιο πιστός μαθητής και συνεχιστής του έργου του Μαρξ και του Λένιν. Γι’ αυτό είναι καταπληκτική η δύναμη της επιστημονικής του πρόβλεψης. Όταν μιλάει ο Στάλιν, μιλάει η ζωή, η αλήθεια, η πείρα ολόκληρων αιώνων. Στα λόγια του καθρεφτίζεται ολοζώντανο το παρόν και ζωγραφίζεται με ακρίβεια το μέλλον. Ο,τι λέει ο Στάλιν γίνεται. Είπε πριν την επανάσταση ότι μπορεί η Ρωσία να ανοίξει πρώτη το δρόμο προς τον Σοσιαλισμό και τον άνοιξε. Είπε ότι μπορεί να ανοικοδομηθεί ο Σοσιαλισμός στη Ρωσία και ανοικοδομήθηκε. Είπε από το 1925 ότι θα νικήσει η Κινεζική Επανάσταση και νίκησε. Είπε, όταν ο Χίτλερ ήταν παντοδύναμος ότι ο Χιτλερισμός θα συντριβεί και συντρίφτηκε. Είπε ότι θα ανοικοδομηθεί ο Κομμουνισμός στη Ρωσία και ανοικοδομείται. Κι όταν σήμερα ο Μαλένκοφ, ένας από τους πιο καλούς μαθητές του Στάλιν, λέει πως «αν οι ιμπεριαλιστές εξαπολύσουν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ο πόλεμος αυτός θα ναι ο τάφος όχι μονάχα για μερικά καπιταλιστικά κράτη ξεχωριστά, μα για ολάκερο τον Καπιταλισμό, ποιος αμφιβάλλει ότι κι αυτό θα γίνει;».

Κι έχει την πιο δυνατή θέληση ο Στάλιν, γιατί η πίστη του είναι βουνό και η επίμονη του αμέτρητη. Για τον Στάλιν, δεν υπάρχουν εμπόδια και δυσκολίες αξεπέραστες, δεν υπάρχουν φρούρια απόρθητα. Πρωταθλητής στην σκληρή πάλη για τον παγκόσμιο Κομμουνισμό, ο Στάλιν διαπαιδαγωγεί όλα τα στελέχη του με το ίδιο του το παράδειγμα στην πάλη με τις δυσκολίες, υπόδειγμα αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.

«Να μην αμφιβάλλετε σύντροφοι», γράφει το 1929 στις οργανώσεις και τα μέλη του κόμματος που τον ευχήθηκαν για τα 50χρονα του, «να μην αμφιβάλλετε ότι είμαι έτοιμος και τώρα και πάντοτε να δώσω στην υπόθεση της εργατικής τάξης, της προλεταριακής επανάστασης και του παγκόσμιου Κομμουνισμού, όλες μου τις ικανότητες κι αν χρειαστεί ακόμα και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου».

Ποιος από τους αντίπαλους μας έχει να επιδείξει παραδείγματα αυτοθυσίας στα «ιδανικά» τους; Μήπως ο Τρούμαν και ο Άτλι; Μήπως ο Τσαλδάρης και ο Φράνκο; Ή μήπως η βασίλισσα της Ολλανδίας ή ο Τσαγκ Κάι Σεκ; Τα «ιδανικά» τους, αυτά που λένε ιδανικά, είναι ψεύτικα, κάλπικα. Γι’ αυτό και οι ίδιοι είναι κάλπικοι και η ιστορία θα τους πετάξει στα σκουπίδια της. Τους μεγάλους ήρωες τους γεννούν τα μεγάλα ιδανικά, το ιδανικό του Κομμουνισμού. Αυτό ζει ακόμα κι όταν πεθαίνουν.

«Θα έπαιρνα τον ίδιο δρόμο, αν θα ξανάρχιζα τη ζωή μου, γιατί ο Κομμουνισμός είναι τα νιάτα του κόσμου», γράφει λίγες στιγμές πριν τουφεκιστεί από τους χιτλερικούς ο αλησμόνητος Γάλλος διανοούμενους Γκαμπριέλ Περί. Και μια Κινέζα κομμουνίστρια, που καταδικάστηκε σε θάνατο, φωνάζει στους στρατοδίκες της: «Εγώ ξέρω γιατί έζησα και γιατί πεθαίνω. Εσείς μπορείτε να μου πείτε γιατί ζείτε;”». Ο Βούλγαρος Λιουτιμπρότσκι, την ώρα που θα του περνούσαν οι δήμιοι το σκοινί στον λαιμό, γράφει στον πατέρα του, που λύγισε και του προτείνει να αποκηρύξει το κόμμα του για να σωθεί: «Τι μας χρειάζεται, πατέρα, η ζωή μας, αν σώζοντάς την μείνουμε μονάχα ζωντανά πτώματα που βρομούν; Θα βαδίσω προς την κρεμάλα ήσυχος και χαρούμενος με καθαρή τη συνείδηση, ότι στη σύντομη, μα γεμάτη αγώνες για τη λευτεριά ζωή μου, δε ντρόπιασα ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε το δικό σου, πατέρα. Και με το σκοινί στο λαιμό σας φωνάζω: Ψηλά το κεφάλι πατέρα, αγαπημένη μου γυναίκα, μικρό μου παιδί, που δε σε είδα ποτέ…». Ακόμα ο Χρήστος Φιλίδης γράφει το ’43 στην αδελφή του, όταν πάνε να τον εκτελέσουν: «Δεν έχει σημασία το πόσο θα ζήσεις και ποτέ θα πεθάνεις αλλά πώς θα ζήσεις και πώς θα πεθάνεις».

Και ακόμα με το ιδανικό του Κομμουνισμού και με το παράδειγμα του Στάλιν διαπαιδαγωγήθηκαν και πρόσφεραν σήμερα, ο,τι πολυτιμότερο είχαν χιλιάδες Έλληνες κομμουνιστές, από τον αξέχαστο Αναστασιάδη μέχρι τον νεαρό αγρότη της πιο απομακρυσμένης γωνίας της χώρας μας. Ο,τι πιο αγνό και μεγάλο, ο,τι πιο αληθινό και ανθρώπινο, ο,τι δυνατό και ηρωικό έχει να δείξει η ιστορία σήμερα, αυτό γεννιέται από τις ιδέες του Κομμουνισμού, το εμπνέει ο Στάλιν, που ενσαρκώνει την αλύγιστη θέληση και απόφαση εκατομμυρίων μαζών για το γκρέμισμα της σκλαβιάς και το χτίσιμο μιας καινούργιας φωτεινής και χαρούμενης ζωής. Ο Στάλιν ανάθρεψε και διαπαιδαγώγησε το μεγάλο επιτελείο του κομμουνισμού, το Μάο Τσε Τουνγκ, τον Τορέζ, τον Τολιάτι, τον Ράκοσι, τον Πόλιτ, τον Γκότβαλντ, τον Τσερβενκόφ, τον Πικ, την Πασιονάρα, τον Ντεζ, τον Πρέστες, τον Ζαχαριάδη και τόσους άλλους αγαπημένους ηγέτες των λαών της γης.

Γι’ αυτό σήμερα από τη μια άκρη της γης ίσαμε την άλλη, ο Γάλλος εργαζόμενος, κι ο Ινδός δουλοπάροικος, ο Ιταλός εργάτης κι ο μαύρος της Αφρικής, ο Έλληνας αγρότης κι ο τσοπάνος της Μογγολίας, καθένας που κερδίζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του, εύχεται στο Στάλιν από τα τρίσβαθα της καρδιάς του να ζει πολλά, παρά πολλά χρόνια.
Αλλά, σύντροφοι, η καλύτερη τιμή, το λαμπρότερο δώρο που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στον αγαπημένο μας Στάλιν θα είναι να προσπαθούμε όλοι, με μια επίμονη, αδιάκοπη προσπάθεια, να γίνουμε άξια παιδιά του. Το όνειρο κάθε αγωνιστή, πρέπει να ναι να μοιάσει όσο περισσότερο μπορεί με τον Στάλιν.

Να διδαχτούμε από τη σοφία του, που με κρυσταλλένια λαμπρότητα και απλότητα βρίσκεται μέσα στα έργα του.
Να μαθαίνουμε, όπως ο Στάλιν, να διδασκόμαστε από το λαό, από τις μάζες. Να διδαχτούμε από τις έξοχες οργανωτικές του ικανότητες, από τη δύναμη να διαλέγει τα στελέχη και να οργανώνει τον έλεγχο της δουλείας. Να μας γίνει παράδειγμα η ιδιωτική ζωή του, η απλότητα και η σεμνότητά του, η αποστροφή του στους θορυβοποιούς, τους φλύαρους, τους κόλακες και τους δουλοπρεπείς ανθρώπους.

Σύντροφοι και συντρόφισσες!
Σήμερα όλοι οι ταπεινοί και κατατρεγμένοι της γης ορκίζονται στ’ όνομα του Στάλιν. Όλοι όσοι ζουν στην καταφρόνια πιστεύουν ότι θα γίνουν το παν, γιατί τον αγώνα τους τον καθοδηγεί ο Στάλιν. Κι όλοι εμείς οι Έλληνες αγωνιστές, πιστεύουμε πως έπαθλο του αγώνα μας θα ναι σύντομα η λαϊκοδημοκρατική σοσιαλιστική Ελλάδα, γιατί τον ηρωικό μας αγώνα τον παραστέκει ο Στάλιν και γιατί θα κάνουμε ο, τι μπορούμε να φανούμε αντάξιοι του μεγάλου μας δάσκαλου και αγαπημένου μας συντρόφου και φίλου.

Στ’ όνομα του Στάλιν, για τα μεγάλα μας ιδανικά, ποτίστηκε με το αίμα των ηρώων μας και κάθε γωνία της πατρίδας μας. Κι αν αυτή τη στιγμή μπορούσε μαζί μας να φωνάξουν οι πολιτείες και τα βουνά μας, οι κάμποι και τα χώρια μας, θα φώναζαν και θα λέγαν: Ζήσε ακόμα πολύ, παρά πολύ, μεγάλε Στάλιν!

Την καλύτερη απάντηση, σ’ αυτό το «διαφωτιστικό» κείμενο του Μπελογιάννη, θα δώσει χρόνια αργότερα, ο ίδιος του ο γιος, Νίκος Μπελογιάννης, σε συνέντευξή του («Ελευθεροτυπία», 12-4-2008):

Από τα Χριστούγεννα του ΄63 μέχρι την Δικτατορία πήγαινα κι εγώ συνεχώς στα γραφεία της ΕΔΑ, όπου άκουγα όλο τον κόσμο. Έβλεπα, λοιπόν, πως πολλοί στην ΕΔΑ ήταν αγράμματοι. Θυμάμαι ένα στέλεχος να λέει συνέχεια «παρρησία όλων» κι εγώ, παιδί της Έκτης Δημοτικού, την διόρθωνα: «Παρουσία», της έλεγα. Αλλά όλοι αυτό οι αγράμματοι έπρεπε να κυριαρχήσουν. Και όλο αυτό που έβλεπα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαπαιδαγώγησή μου. Αναρωτιόμουν τι γυρεύει η Έλλη (σ.σ.: Έλλη Παππά, μητέρα του και σύντροφος του Μπελογιάννη), που ήξερα ότι ήταν μορφωμένη, με όλους αυτούς τους αγράμματους… Το 1974 αναρωτιόμουν γιατί πήγαν και σκοτώθηκαν. Μετά το 1989 έλεγα: Για όνομα του Θεού, γι΄ αυτό το τερατούργημα θυσιάστηκαν;… Και σκεφτείτε τώρα εμένα, να μου λένε διάφοροι, ως τη δεκαετία του ’80, «παιδάκι μου, να γίνεις σαν τον πατέρα σου και να τον ξεπεράσεις». Δηλαδή, στα δικά τους μυαλά, να δώσω τη ζωή μου για τον Μπρέζνιεφ και τον Φλωράκη και πιο πριν για τον Κολιγιάννη. Ή πολλώ μάλλον, που σήμερα θα έφτανε τα όρια του κωμικού, για την Αλέκα (Παπαρήγα). Θα δίνατε εσείς τη ζωή σας για την Αλέκα;


ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: